Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Η όψη των πραγμάτων.

Σαν έναν παλιό άνθρωπο, που στέκεται στην κουπαστή και κοιτάζει τον ήλιο που βυθίζεται στη θάλασσα.
Από αυτούς τους ξερακιανούς με δέρμα χαρακωμένο, που έκαναν όλες τις δουλειές που βάζει ο νους σου,
και τις έκαναν όλες με το ίδιο πάθος.

Σαν ένα μαυριδερό παππά, αναμαλιασμένο και φωνακλά,
 ξεσκούφωτο με μάτι όλο φωτιά.

Αυτόν που κυρρήττει Ιησού κι Αγάπη όχι φυλακή.
που δεν είναι μειλίχιος αλλά ανταριάζει
σαν εργάτης στον λιμένα.

Σαν κάποιον που του 'ρθαν όλα ανάποδα και μάτωσε να του ΄ρθουν ίσια.
Όχι σαν κόρες καπνοβιομηχάνων με φαντασιακά προβλήματα σε καποιο ελβετικό σανατόριο λίγο πριν τον πόλεμο

Έτσι να βλέπεις τη ζωή σου να περνά.
Σαν νερό που όλο πνίγεται και όλο κάπου πάει.
 

Η μοιραία αφηρημάδα του θνητού

Κι ο σκύλος μου το ξέρει πως κι ο Αχιλλέας ακόμα ήταν άνθρωπος
κι αυτός υπο τον ήλιο.
Και θεού συμπόνοια λαμβάνει.

Το χείλος της καταστροφής είναι μπογιατισμένο σα γριά πουτάνα
θελκτικό και σιχαμένο

΄Οταν όμως στο σύθαμπο μπερδεύοντε οι ψυχές
και καραδωκεί μια όσμωσή των, ο Άδης ξέρει τα πάντα να ξεχωρίζει.

Κι όλη η φτιαξιά του γένους θα προδώσει την αθανασία του
γιατί ζέστη ευχάριστη κάνει στης λήθης την τρύπα.

Το Μπλε

Με καταπίνει το μπλε
Το βαθύ, ωκεάνιο μπλε, που αλλο δεν κάνει
 απο το να μετατοπίζεται αχόρταγα σε μια μηχανοκίνητη λούπα.

Δεν θα ξανάσαι ποτέ τόσο νέος, τόσο ωραίος, τόσο σπουδαίος
Κι αν η τραγωδία σου έρχεται στοργικά σαν πρωινή ναυτία
να λογίζεις τον εαυτό σου τυχερό.

Αν έρχεται σαν σκύλα ουρλιάζοντας μέσα στην άγρια νύχτα
να λογίζεις τον εαυτό σου τυχερό.

Αν έρχεται ηδυπαθώς, με μικροαστικά τερτιπια ενός γηραλέου πολεοδόμου
πάλι τυχερό να τον λογίζεις.

Δεν θα ξανάσαι ποτέ τόσο ζωντανός όσο τρυφερή είναι αυτή η νύχτα,
ποτέ τόσο τραχύς και άγονος, χωρίς αμφιβολίες
με μονιμότητες να ξυπνάς το πρωί και με σιγουριές να κοιμάσαι το βράδυ,
όχι. δεν θα σαι πια.