Είδε την τροφή
της με την ακρη του ματιού.. Ήταν πολύ
καιρό πεινασμένη και η κίνηση από μακρύα
την έκανε να ξυπνήσει από ένα λήθαργο
μεγαλο και αργό που την αδυνάτιζε.
Βρίσκοταν βαθιά χωμένη στην φωλιά της
όταν πρώτα πρωτα ένιωσε το ταρακούνημα..Πρώτα
κατάλαβε την κίνηση. Την ένιωσε βαθιά
μεσα στα σωθικά της. Δεν ήταν μεγαλο
τράνταγμα όμως. Δεν ήταν κίνδυνος. Ήταν
τόσο έντονο όσο ακριβώς έπρεπε. Ήξερε,
δεν ήξερε πώς ακριβώς, αλλά ήξερε, ότι
ήταν ένα θηραμα. Πριν προλάβει να
τελειώσει αυτές τις σκέψεις, ενστικτωδώς
εκανε πιο πίσω και χώθηκε πιο βαθιά στην
ζεστή φωλιά της. Όποιος και αν την
επισκέπτονταν, δεν χρειάζεται να κάνει
αισθητή την παρουσιά της. Έτσι κι αλλίως
αργά ή γρήγορα θα διαφαίνονταν μπλεγμένος
και ανημπορος στους ιστούς που πλέκει
με τόση δεξιοτεχνία καιρό τωρα και
προορίζοντε ειδικά για αυτόν. Έλα φιλε
μου, όποιος κι αν είσαι. Έλα να σε δω
λιγο. . Οι δαγκάνες της συσπάστηκαν
αυτόματα και γρήγορα. Ήταν ένα χαμόγελο.
Αν φεροταν έξυπνα, σε λίγο θα έτρωγε.
Ήταν πολύ καιρό,
δεν ξέρει ακριβώς πόσο, χαμενος. Ένας
δυνατός αέρας, τον οποίο δεν έιχε κανείς
προβλέψει, είχε στείλε τη μισή επιμελημένη
τους γραμμή στα 4 σημεία του ορίζοντα.
Θα μπορούσε να είχε γαντζωθεί από κάπου
αν δεν προχωρούσαν σε μια τόσο παράλογα
λεία επιφάνεια. Ήταν το κάσωμα εννός
παραθύρου. Τώρα ήταν μόνος και αρκετά
πεινασμένος. Εδώ και καιρό, τα χωρίς
πρόγραμμα βηματά του, τον είχαν φέρει
σε ένα σημείο με ομολογουμένως καλές
συνθήκες αλλά τίποτα να φάει. Ενιωθε
άσχημα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν είχε
οδηγό. Τα ένστικτά του δεν του έλεγαν
τίποτα. Δεν είχε απομονωθεί ποτε ξανα,
και η ελλειψη της ομάδας προμήνυε τον
σίγουρο χαμό του. Το σκέφτηκε αυτό τις
προάλλες όταν είχε σταματήσει να προχωρά,
για να δεί τι θα κάνει, να μελετήσει τις
κινησεις του. Ήταν σίγουρος ότι ότι ποτέ
ξανα κανείς από το είδος του δεν έκανε
αντιστοιχη σκέψη. Κάτι του έλεγε μέσα
του ότι η σωτηρία ήταν πολύ μακρυά και
αν την έβρισκε θα ήταν τυχαίο. Ήξερε
όμως ότι η τύχη δεν ήταν μαζί του. Αυτό
που μπορούσε και έκανε πάντα, ήταν όχι
να είναι τυχερός, αλλά να δουλευει. Ήξερε
ότι όλα γινοταν με σκληρή δουλειά και
αδιακοπη προσπάθεια. Σκεφτηκε το πόσο
μακρια ήταν φωλιά του. Με την καταλληλη
υγρασία, με τις τεράστιες αποθήκες με
θρεπτικούς κόκκους που είχε γεμίσει
μέρες ατελειωτες με τους άλλους. Τις
επιδρομές τους. Τις μέρες μετά τη βροχή
όταν έβγαιναν έξω και ήταν όλα παραδεισος.
Μια τέτοια μέρα ήταν κι αυτή της
καταστροφής. Ήταν όλα υγρά και ένας
ζεστός ήλιος υπήρχε από πάνω. Ο οδηγός
τους ήταν γερος και εμπειρος. Ήξεραν
που πήγαιναν, όλα ήταν παραδεισος και
η ζωή ήταν ωραία. Διένυαν μια μακρυνή
αλλά φαινομενικά ασφαλή διαδρομή, όταν
ενας ψίθυρός που ξεκίνησε από τους
μπροστινούς διαδόθηκε πολύ γρηγορα και
κατέκλυσε το καραβανι με άφατο ενθουσιασμό.
Οι ομάδα τον οδηγών είχαν εντοπίσει μια
μεγάλη μάζα από καποιους λευκούς
κρυσταλλικούς κόκκους. Οι μπροστινοί
είχαν ενθουσιαστεί.. Είχαν μεθύσει στην
ιδεά ότι θα γευτούν ξανα αυτην την γλυκία
τροφή. Το ποσοστό γλυκόζης ήταν ατελειωτο.
Η γευση ήταν ονειρεμένη και η θρεπτική
του αξία ήταν τόση, που σε κραταγε δυνατό
για πολύ μεγάλο χρονικό διαστημα. Καποιος
που έιχε ζήσει ξανα σε ένα παραξενο
περιβαλλον με λειες επιφάνεις σαν κι
αυτό, είπε ότι έχει φάει αυτούς τους
κόκκους. είναι σκέτη γλυκόζη, φώναζε σε
κατασταση παραφροσύνης και δημιούργησε
τέτοιο σαματα και προσμονή, που οι ομάδα
των κουβαλητών, παράτησε την μύγα που
εσερνε μαζί της εδώ και ώρα και τώρα
έτρεχε κι αυτή να περάσει στις πρώτες
θέσεις. Θυμάται , ο ηρωάς μας ότι
έυχαριστήθηκε πολύ αυτή τους την
απειθαρχία μιας και ανηκε στην επόμενη
ομάδα που θα αναλάμβανε το κουβάλημα.
Δεν μπόρεσε όμως να μην σκεφτεί και την
άσχημη αντίδραση του οδηγού μόλις
μάθαινε το περιστατικό. Ήταν πολύ
αυστηρός, γερασμένος και γκρινιάρης.
Οι κεραίες του όμως ήταν ακόμα οι πιο
ευαίσθητες, επιανε σηματα που κανείς
δεν επιανε και είχε δει τόσα πολλά που
κανείς δεν αμφισβητούσε την κρίση του.
Σαν να έβλέπε την αντιδρασή του τώρα
στο αποκοσμο περιβάλλον που βρίσκοταν.
Του έδινε παρηγορία μέχρι και η στρυφνή
φωνή του αρχηγού, που τον φαντάζοταν να
τους μαλώνει όταν ακόμη ήταν πολύ μικροί.
–Ποτε δεν
αφήνουμε την τρόφή. Ποτε δεν αφηνουμε
την γραμμή. Αν για οποιοδήποτε λόγο
πρεπει να την αφήσουμε, ειδοποιουμε την
ομαδα. Δουλεια. Παντα δουλεια. Χτιζουμε,
βαδίζουμε, κουβαλαμε, αυτός είναι ο
ρόλος μας. Αυτή είναι η ζωή μας. Ποτε δεν
αφήνουμε την τροφή. Τι μακρυνά που του
φαίνοταν τώρα όλα αυτά?? Πόσο θα ήθελε
να ήταν στην ζεστή φωλια τους, στο κελί
του με τους άλλους και να τους κατσαδιάζει
ο γέρος.
Όταν φυσηξε
δεν πρόλαβε να δει τιποτα. Ήταν μια
κόλαση. Οι ευαίσθητες κεραίες αντιλήφθηκαν
τα κύματα του αέρα πιο γρήγορα από τους
αλλους. Φώναξαν, έδωσαν σήμα. Γαντωθείτε!!!
αλλα δεν υπήρχε τίποτα και από πουθενα
να γαντζωθούν. Η ριπή του αερα ήρθε
απότομα και δυνατά χωρίς να δώσει σε
κανέναν χρόνο. Το μόνο που ακουγες ήταν
κραυγές, χανονταν ολοι.
Εκσεντονίστηκε
πολύ μακρυα. Θυμάται βρίσκοταν στον
αερα αρκετή ώρα και όταν πια προσεδαφίστηκε
κοιταξε παντού, εψαξε γυρω γυρω, για
οποιοδήποτε ίχνος των αλλονών αλλά
τιποτα. Ήταν μόνος. στην αρχή δεν φοβήθηκε.
Ξεκίνησε να βαδίζει. Ήταν, δεν ντρεπεται
να σκεφτεί, και λίγο ενθουσιασμένος που
αποχωρίστηκε την ομάδα και ήταν πρωτη
φορά στη ζωή του μόνος. Λίγη ιδιωτικότητα
δε κάνει κακό, σκεφτηκε. Ήταν παραξενα
και ωραία στο απόκοσμο περιβάλλον που
βρισκόταν. Οι επιφανεις που πατούσε
ήταν λειες και ένιωθε ένα ψύχος στα
τριχοειδή αγγεια των ποδιών του που του
ήταν ευχάριστο. Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
σκεφτηκε, δεν ακολουθώ κανέναν, και δεν
υπάρχει κουβάλημα. Αν βρω κάτι , σκέφτηκε
με ένα ίχνος ενοχής αλλά τρελου
ενθουσιασμού, δεν χρειαζεται να το
μοιραστώ με κανέναν. Και δεν θα μου
πάρουν τα θρεπτικά μέρη οι παλιοί. Είναι
όλο δικό μου. Υστερα ήρθε η πεινα.
Αποκαρδιωμένος
περιπλανιόταν για καιρό, θυμάται
σκαρφάλωσε μια επιφάνεια που μύριζε
σαν δέντρο. Μα δεν ήταν δέντρο. Μυριζε
όμως έτσι, ήταν σίγουρος για αυτό. Είναι
πολύ σκοτεινά εδώ. δεν βλέπει πολλά.
Είναι σαν να έιναι νυχτα αλλά μεσα του
ξέρει ότι δεν είναι νύχτα. Είναι απλά
σκιερά, όπως μέσα στην φωλιά που κρύβονται
από τον ήλιο. Τώρα στέκεται σε ένα σημείο
οπου βλεπει κάτω χαμηλά το μερος. Ή από
ένστικτο ή από την θύμηση των συμβουλών
των μεγάλων, σκεφτηκε πριν κάποιο καιρό
να ανέβει ψηλα, να δει καλύτερα που
είναι. Μελέτησε τον χώρο με τα μάτια
και τις κεραίες του. Αυτοσυγκεντρώθηκε.
Έδωσε χρόνο στις λιγοστές δυνάμεις που
του έίχαν απομείνει να τον βοηθήσουν
να βρει διέξοδο. Αφουγκράστηκε ένα
ξέπνοο δροσερο αερα γεμάτο μυρωδίες
και ευχάριστες προσλαμβάνουσες. Ένα
θάυμα. Αποφασίσε να ανέβει πιο ψηλά και
τότε είδε το απίστευτο. Μακρυά, πολύ
μακρυά , αλλά πραγματικά τόσο κοντά ήταν
η σωτηρία. Έβλεπε ένα τετράγωνο πλαίσιο
που μέσα του διαγράφονταν η φύση. Έβλεπε
φως να μπαίνει από κει. Σιγουρευτηκε
και για τον αερα. Ναι ήταν σίγουρος ότι
από κει προέρχοταν. Αναθάρρησε. Ένα
κομμάτι μεσα στα σπλάχνα του που χτυπούσε
παλμικά σκίρτησε. Αποθέματα δυνάμεων
που δεν ήξερε μέχρι τότε ότι είχε τον
κατέκλυσαν και ξεκίνησε με ορμή για το
στόχο του. Η διαδρομή ήταν μεγάλη αλλά
την γεμισε όπως βάδιζε, με ρυθμό, με ένα
τέμπο στρατιωτικό με προσμονή για όλα
αυτά που ηξερε ότι υπήρχαν εκεί έξω. Και
υπήρχαν και ήξερε πώς να τα βρεί. Διάολε,
μπορεί να έβρισκε και κάποιον του είδους
του. Το σιγουρο όμως ήταν, πως δεν ηταν
η ώρα του να πεθάνει. Πως αυτό που τον
καθοδηγούσε και ελάφραινε τα βηματα
του, αυτή η αναγκη για επιβίωση τον έσωσε
και τώρα θα συνεχίζει να τελεί τον σκοπό
της υπαρξής του.
Οι σκέψεις του
ήταν ευχάριστες και μέσα στη ζαλάδα και
την γλυκιά κούραση του ταξιδιού έγινε
κατά τι απρόσεκτος. Δεν πρόσεξε τη
διαφανη κλωστή που τυλίχτηκε στο πριονωτό
του πόδι.
ΚΙΝΔΥΝΟΣ, του
είπε αμέσως το ένστικτό του. και αυτόματα
προσπαθησε να απεμπλακεί από την παγίδα
που καποιος, ήταν σίγουρος, του είχε
στήσει. Στην προσπάθεια του έβαλε και
τα άλλα μέλη του. Κλωστές. Πολλές κλωστες
που δεν είχε συνηθίσει να πατάει
γαντζωνονταν στα πόδια. Ήταν εύκολο με
γρήγορες, πετακτές κινήσεις να ξεφεύγει,
αλλα έδωσε τόσο ενδιαφέρον στο να
ξετυλίγεται που δεν έβλεπε πλέον την
κατευθυνση που ακολουθούσε. Η λυσαλλέα
προσπαθεια του δονούσε όλο τον ιστο, ο
οποιός τεχνηέντως κατασκευασμένος τον
οδηγούσε στο εσωτερικό του. Ήταν μια
περιπλοκη κατασκευή που απαιτούσε
ταλεντο, υπομονή και τις καταλληλες
προδιαγραφές ένος ενστικτου. Όταν είδε
ότι εισχωρούσε σε μια θανατηφόρα παγίδα
σταμάτησε να παλεύει. Καταλαβε ότι οι
κινήσεις του πρεπει να είναι μετρημένες
αλλίως τα χοροπηδηχτά θα τον βουλιαξουν
πιο μέσα. Σταθηκε. Και τα τέσσερα πόδια
του ήταν καρφιτσωμένα σε αυτό το παραξενο,
κολλώδες υλικό. Στο σημείο που βρίσκοταν
ήταν πιο πυκνοπλεγμένο και τότε καταλαβε
ότι ολά συναινούσαν στο να οδηγηθει στο
εσωτερικό. Κοιταξε γύρω του. Στην αρχή,
οι κλωστες ήταν πιο αραιές και ευκαμπτες.
Το ότι πάτησε την πρωτη δεν ήταν το λάθος
του. Το ότι κινήθηκε αλλοπρόσαλα
προσθώντας να ξεμπελχθεί ήταν. Το σχήμα
του κουκουλιού αυτού ήταν σα μια
κεκλιμμένη σπηλια. Το ίδιο του το βάρος
τον έκανε να φθάσει μέχρι εδώ. Τόσο
βαθιά. Τοτε καταλαβε ότι βρίσκονταν σε
μια φωλιά.
Η καρδιά του
σταμάτησε. Έμενε εκέι, ακίνητος.
Προσπθώντας να σκεφτεί. Να μετρήσει την
κατασταση. Με μια μικρή συσπαση του
κορμιού του, που αμέσως μετανιωσε, μιας
και κάτι του ελεγε να μην κάνει περισσοτερο
σαματα, κατάλαβε ότι τρία από τα τέσσερα
πόδια του ήταν αχρηστα. μικρές, απειρες
κλωστες είχαν τυλιχτεί γυρω τους και
είχαν βουλιάξει σε σημείο που αν
προσπαθούσε να τα βγάλει, θα τυλίγοταν
πιο πολύ, πραγμα που σίγουρα θα ήταν
μοιραίο. Το τεταρτο πόδι του ήταν σχεδόν
ελευθερο, αν εξαιρούσε ότι είχε βαρυνει
απελπιστικά, δεδομένης της ποσότητας
κόλλας που είχε πασαλειφθεί. Ήξερε ότι
οπου και να το ακουμπουσε θα το εχανε
κι αυτό. Η μια κεραία του είχε αχρηστευθεί.
Σε ένα περιδινισμό λίγο πριν, κολλησε
αυτή η γλίτσα πάνω της και τώρα κουβαλάει
μια γεναια ποσοτητα που δεν της επιτρεπει
να έχει σηματα από αυτήν την πλευρα.
Μειον μια κεραια ίσον μηδεν κεραιες,
σκεφτηκε αμέσως και θυμήθηκε τις φωνες
του γέρου. ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΙΣ ΚΕΡΑΙΕΣ ΣΑΣ…ΕΙΣΤΕ
ΧΑΜΕΝΟΙ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΕΣ..Τους έλεγε μα ποιος
τον ακουγε. Τωρα έβλεπε τα αποτελεσμα
του χαμού της κεραιαςτου. Τα σημάδια
τύφλωσης ήταν τα πρώτα. Και αυτή η ελλειψη
προσανατολισμού. Όλα γυριζαν γύρω γυρώ,
χωρίς τη μια κεραία του. Δεν μπορούσε
να κεντράρει το βλεμμα του και την
προσοχή του. Σταμάτησαν όλα να γυρίζουν
σε μια μόνο εικόνα. 2 πελώρια μάτια που
λαμπύριζαν ήταν στο βάθος. Γυρω γυρω
σκοτάδι στο βάθος της απύθμενης αυτής
τρύπας που μύριζε θάνατο και τιποτα
άλλο. Δυο κιτρινοπράσινα φωσφοριζέ
μάτια τον κοιτούσαν. Δεν υπήρχε κινηση.
Δεν χρειάζοταν. Ο τρομος τον παρέλυσε
εντελώς. Δεν είχε φοβηθεί ποτε ξανα έτσι
στη ζωή του. Ένα αντανακλαστικό τρέμουλο
τον κυρίεσε και δεν μπορεσε να το αποβάλει
παρα μόνο όταν και το τέταρτο πόδι του
βυθίστικε στις κλωστές. Το συναίσθημα
ήταν ένα αδειασμα. Ξεχάστηκε. Πώς μπόρεσε
να ήταν τόσο ανόητος. Πως την πάτησε
έτσι. Μέσα στο τρομώδες ντελίριο που
τον έπιασε αφέθηκε και ακούμπησε το
τέταρτο ανασηκωμένο του πόδι στη νάρκη
που του είχε ετοιμαστεί. Μέσα στην
παρανοιά του άρχισε να αποστρέφεται το
εαυτό του που του στέρησε έστω και την
παραμικρή ελπίδα. Τωρα πια εντελώς
ακίνητος δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο
από το να αποδεχτεί τη δυσοίωνη μοίρα
του.
Τι απρόσεχτος!
Πόσο αυτή η κατάληξη του άρμοζε. Σε μια
τρελή χαρά σκέφτοταν τώρα τα δύο μοιραία
του λάθη, και πως αυτά, νομοτελειακά,
τον έφεραν σε αυτή την κατασταση. Πως
ήταν τόσο απρόσεχτος και δεν είδε τον
ιστό. Πως μπορεσε να τυφλωθεί τόσο ευκολα
από την σιγουρία της εξόδου. Και το
δευτερο, το πιο τραγικό, πως έχασε και
το τέταρτο πόδι του. Πως αφέθηκε έτσι
στη μοίρα του ?
Η τραγωδία του
ήταν τόσο μεγάλη που ξεσπασε σε ένα
μεγάλο και παραφρονημένο γελιο. Ένα
μυρμύγκι κουλουριασμένο, μπλεγμένο
ασχημα σε ένα ιστο συσπώνταν σπαστικά
με μανία. αυτό ήταν το γέλιο του.
Όταν κουράστηκε,
μια διαυγεια νηφαλιότητας ένιωσε σαν
να ξύπνησε από ένα κακό όνειρο. Ναι,
πολλές φορές ονειρεύονταν. Ονειρεύονταν
κοκκους αυτούσιας γλυκόζης και ξυπνούσε
στο δροσερό κελι του, έτοιμος να
ακολουθήσει τους άλλους σε μια ηλιολουστη
διαδρομή, να δουλεψουν, να κουβαλήσουν
σπόρους, θρεπτική σκόνη, μύγες, τζιτζίκια.
ακρίδες. Όλα τα μπορούσαν. Όλα τα
κουβαλούσαν. Ήταν οι πιο δυνατοί, και η
ζωή ήταν παράδεισος. Ξυπνάει από το
όνειρο μέσα στο όνειρο και βλέπει ξανα
την κατασταση του. Απέναντι στον σίγουρο
χαμό του τον πιάνει μια θλίψη. πολλες
θυμησες από το γλυκό παρελθόν έρχοντε
να τον στεναχωρήσουν. –μα γιατι δεν
έρχεται κάνεις? σκέφτηκε. –έλα . προετρεψε
νοερά τον θάνατο. Δεν φοβάμαι. Πραγματικά
δεν φοβόταν.
Θυμήθηκε ένα
πρωινό, σε μια επιδρομή βρεθηκε πάνω σε
ένα λουλούδι με φωτεινά χρώματα. Αυτό
το λουλούδι ήταν ιδιαιτερο. Δεν μυριζε
πολύ. Ήταν μαζί με άλλους. Έκείνος όμως
πρώτος εντόπισε την τροφή. Ήταν ένα
μικροσκοπικό ζωντανό επιδόρπιο. Δεν
φοβήθηκε στιγμή όταν σε ένα ροδοπέταλο
πρωτη φορά σκότωσε κάτι. Ήταν μελίγκρα
και ήταν πεντανόστιμη. Οι δαγκάνες του,
που μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν μόνο
για να αποκόψει έτοιμο φαγητό που η
ομάδα φύλασσε στα αποθεματικό της ήταν
τώρα το όπλο του. Ο γερος θυμόταν ότι
τους το χε πει. Δεν είχε χρειαστεί μέχρι
τότε. Μια φωνή όμως, που δεν ήταν του
γέρου, του είπε από μέσα του, αμέσως
μόλις αντικρυσε την τροφή να την
χρησιμοποιήσει. Ήταν σκληρή, ήταν φονική.
Την χτύπησε δυο τρεις φορές δημιουργώντας
έτσι μια τρομαχτική πολεμική ιαχή και
κατασπάραξε το μικροσκοπικό έντομο με
ταχύτητα και τρέλα. Θυμάται είχε νιώσει
μια ικανοποιηση τόσο μεγάλη. Έφαγε πολύ.
Τα θυματα ηταν ευκολα και αργά. Έφαγε,
εφαγε και πήρε με τους άλλους όσα
επιδόρπια μπορούσαν να γυρίσουν στη
φωλιά για τους άλλους. Έτσι επιδείκνυε
και ηγετικές ικανότητες που μετά , πολύ
μετα θα μπορούσαν να αναφερθούν, όταν
συγκαλούνταν η συναντηση για τον νέο
αρχηγό. Ίσως ποιος ήξερε? Ίσως κάποια
μέρα να ήταν αυτός που θα οδηγούσε κάποτε
μια ομάδα.? Γιατι όχι. Τι του έλειπε..
Ήταν νέος, δυνατός και οι κεραίες του
είχαν δείξει εξαιρετικά δείγματα
λεπτότητας. Είχε αποσπάσει μέχρι και
ένα ευμενές σχόλιο για αυτές, κάποτε
από τον γέρο, όταν είχε εντοπίσει μια
περιοχή οπου θα μπορούσε να γίνει
μεθαυριανή φωλια. Είχε τρέξει τότε στις
πρωτες γραμμές, και με την αυθάδεια της
νεότητάς του, μωρό ακόμα, είχε ενοχλήσει
τον γέρο προτρέποντάς τον να τον
ακολουθήσει όχι πολύ μακρύα από οπου
τώρα κινούνταν. Ήταν ένα σαπισμένο,
πεσμένο κλαδί.
-μμ και πως
βρέθηκες εδώ τον μάλωσε αρχικά ο γέρος
μέντορας? Ο μικρός απλά χαμήλωσε το
κεφάλι σε απόδειξη σεβασμού αλλά πιο
πολύ επείδη δεν μπορούσε να δικιολογηθεί.
–αδικιολόγητος, μεμφηκε ο γέρος μα με
όχι και τοσο μεγάλη αυστηρότητα. Σηκωσε
τις κεραίες του και έμεινε έτσι αρκετή
ώρα. Μύρισε. Λάμβανε σήματα. Προχώρησε
στο εσωτερικό και σπατάλησε πολύ χρόνο
στις κουφάλες που είχε δημιουργήσει το
σαράκι στο ξύλο. ¨για αυτό αργουμε πάντα
στιις επιδρομές, επιασε τον εαυτό να
σκέφτεται ο μικρός. Όλοι οι μεγάλοι κάτι
βρίσκουν, και ψάχνουν, και βρίσκουν και
διαβουλευοντε. Και εμείς πίσω περιμένουμε
και δεν ξέρουμε τι συμβαίνει ακρίβώς.
Ποτε δεν φτάνουν οι αποφάσεις στα αφτία
μας. Ετσι γίνεται λοιπόν? Και τώρα είμαι
εγώ αυτός που διαβουλευεται. Εγω ειμαι
αυτός που καθυστερεί την ομάδα. Ένιωθε
τόσο γεμάτος. Κομπασε τόσο πολύ που
μπορέι να μεγάλωσε απότομα ένα
εκατομμυριοστό του χιλιοστού. Ένιωθε
απόλυτη ευτυχία.
Ο γέρος γυρνώντας
αποφάνθηκε. πολύ καλή υγρασία. Σκια όλες
τις ώρες της ημέρας. Πολύ κοντινή προσβαση
στο φως. Έτοιμες αίθουσες. Μπράβο μικρέ.
Πολύ καλή δουλειά. Θα κρατήσω το μέρος
υπόψιν μου. Και τον ακούμπησε τις σκληρές
γηραιές κεραίες του στις ισχνές δικές
του σε μια προσπάθεια αβολου κανακέματος.
Ο μικρός θα μπορούσε να πεθάνει εκείνη
την στιγμή από ευτυχία.
Δεν πέθανε όμως.
Η όμορφη ζωή του συνεχίστηκε ως τώρα.
Και μάλλον τώρα είναι η ώρα του. Το ξέρει.
Το νιώθει. Αλλά δεν μπορέι να κάνει
τίποτα με αυτήν την πανισχυρη φωνή μέσα
του που του λεει να συνεχίσει. Ότι η ζωή
του πρεπει να συνεχίσει. Δεν ξέρει γιατί,
και τι εξυπηρετεί, δεν ξέρει γιατι, τωρα,
πιο πολύ από κάθε φορά, η φωνή αυτη είναι
τόσο εκκωφαντική που δεν υπάρχει τίποτα
άλλο. Δεν την ακούει, την νιωθει μέσα
από τα σπλάχνα του να βγαίνει και τον
κυριέυει. Να τον εξοπλίζει με τη σιγουρία
της συνέχισης. Της αιώνιας πάλης. Είναι
παντού στο χώρο. Γίνεται μάστιγα και
θεός και υπάρχει οπου και να κοιτάξει.
Θα συνεχίσεις, του λεει. ΘΑ ΣΥΝΕΧΊΣΕΙΣ.
Αυτός είσαι.
Οι δαγκάνες του
χτύπησαν δυο τρεις φορές αντανακλαστικά.
Ήταν τα μόνα από τα εξέχοντα μέλη του
που είχε στη διαθεσή του. Λειτουργουσαν
όμως αψογα. Δεν χρειάζονταν τωρα τίποτα
άλλο. Ήταν σκληρά, ήταν φονικά. –έλα.
ειπε μέσα του και απευθύνθηκε στα φωτεινά
μάτια που τώρα δεν φαίνοντουσαν πια.
–έλα.. σε περιμένω. Ο ρόλος σου και ο
ρόλος μου. Είμαι φονιάς.
Ταράζοταν
ολόκληρη και προσδιόριζε με μαθηματική
ακριβεια το βάρος του επισκέπτη από τα
τραντάγματα του που όλο και εντείνονταν..
Είχε περάσε αρκετός καιρός από τον
τελευτάιο επισκέπτη που ήρθε ιπτάμενος
και με δύναμη να καρθωθεί στα δικτυα
της κάνοντας μια μεγάλη , ασχημη τρύπα.
Η ακινησία της ήρθε ακαριαία μιας και
τα ισχνα της φτερά αχρηστευτηκαν αμέσως
από την κολλα και τα μικροσκοπικά της
πόδια δεν την βοήθησαν πολύ. Ήταν μια
παχυά και ζουμερή μύγα. Ανυπεράσπιστη,
χωρίς να εννοεί τι ακριβώς της συνεβει
και πως έφτασε σε αυτό το δυσκολο σημείο,
βουιζε μανιωδώς, κάτι που έκανε την
ιδιοκτηκτρια της φωλίας εξαιρετικά
νευρική. Ήταν ένα βουισμα που έκανε το
σωμα της πιο πολύ και τα αχρηστευμένα
φτερά της που χτυπουσαν λυσσαλέα αλλά
ασκοπα πάνω σαυτό. Φρόντισε να την
δαγκώσει γρήγορα για να σταματήσει αυτή
την απογοητευτική αντίδραση. Την κυλησε
αργά με προσεκτικές κινήσεις προς το
εσωτερικό, φροντίζοντας να ρίξει μια
ματιά στη ζημιά που είχε γίνει. Η τρύπα
ήταν αποκαρδιωτικά μεγάλη αλλά
επισκευάζονταν ευκολα. Τωρα αυτό που
προεχει έιναι πάρει το καλλίτερο δυνατό
από το προσφερόμενο γευμα της. Την έφαγε
αργά, με στρατηγική που της υπαγορευε
το ενστικτό της. Ήπιε πρωτα όλη την
υγρασία της, αργά.. Ρουφώντας οτιδήποτε
κυλούσε στα όργανα αυτου του πλάσματος.
Ήταν δώρο θεου αυτή η γευση καθώς και η
πληρότητα που ενιωσε στο σώμα της όταν
την αποστράγγιξε τελειωτικά. Ένιωθε
τοσο βαρυά και ευχαριστα ζαλισμένη που
δεν μπορούσε όυτε να κουνηθεί πια. Δεν
χρειάζονταν πλέον. Αποκοιμήθηκε βαρυα
έχοντας μόνο σε εγρήγορση τα αγγεία στα
πόδια της για να πίασει οποιαδήποτε
άλλη κίνηση που μπορέι να σημαινε μόνο
δυο πράγματα. Ή κι άλλο φαγητό, ή κίνδυνο.
Όταν ξύπνησε, πολύ μετα, αποτελειωσε
αργά τα παχυα μέρη του ζωου που τώρα δεν
έμοιαζε με μύγα και το βουητό που έκανε
αποτελούσε μια δυσάρεστη αναμνηση.
Πολλά αχρηστα μέλη τα αποθηκευσε στο
εσωτερικό της σπηλιας εκει οπου κοίτονταν
πολλά απομεινάρια από παρελθοντικά
γευματα. Μελη σκληρα, αρθωσεις που δεν
χωνευονταν.
Τώρα η φασαρία
και ο σαματάς προμύνε κατι αρκετα παχύ
αλλά λιγοτερο μαλακό. Σίγουρα δεν ήθελε
να δει τι ζημια είχε γινει στους
ευαισθητους εξωτερικούς ιστους της.
Ήταν αυτοι που ήθαν την περισσότερη
μελετη. Τους τοποθετούσε σε κομβικά
σημεία του περάσματος σε αυτήν την γωνία
του ξυλινου ραφιού που κάποτε αποφάσισε
να κάνει τη φωλιά της, κλεινοντας όλα
τα περάσματα από και προς το φωτεινό
σημείο που εδειχνε την έξοδο στη φυση.
Δεν αποφάσιζε να βγει έξω. Είχε σταθεί
αρκετές φορες στο περβάζι του παραθύρου
και από μια χαραμάδα είχε μυρίσει την
γλυκήτητα που υπήρχε εκεί έξω. Εδώ όμως
γεννήθηκε. Εδώ, βγήκε από το αυγό της,
καπου σε μια αλλή φωλια σε ένα από αυτά
τα ράφια, σε αυτό το υπόγειο. Δεν ήθελε
να φύγει. Δεν ήξερε τι θα συναντήσει.
Ήταν μια χαρα εδώ. Ήταν δροσερά, ησυχα,
η τροφή ήταν λίγη αλλά η υγρασία καλή.
Δεν ήθελε να ξεβολευτεί, μόνο καπου
καπου αποφάσιζε να εκδρομευσει προς το
παράθυρο να χαζεψει έξω. Το φως ήταν
αλήθεια, της άρεσε. Όχι για παρα πολύ
όμως. Της αρεσε αυτή η ζεστή αισθηση
πάνω στην χνουδωτή ράχη της μα μετα από
καμποση ώρα τα μαλάκα της μερη
τσουρουφλίζονταν και κατεφευγε γρήγορα
γρηγορα πάλι στη σκια.
Ήταν εξαιρετικά
μεθοδική αλλά μια ροπή προς την τεμπελιά
την έκανε να νευριάζει όταν γινόντουσαν
ζημιές στους ιστούς της. Ειδικά οι
εξωτερικόι της ετρωγαν τον περισσοτερο
χρόνο και σκέψη. Οι εξωτερικοί ιστοί
ήταν ζητημα ζωής και θανατου μιας και
η καταλληλότητα της κατασκευής της ή
μη, θα της έφερνε τροφή και θα επιζούσε.
Για αυτό επρεπε να ηταν πολύ προσεχτικη.
Δεν επρεπε να υπάρχουν κενα. Οι ιστοι
πρεπει να έιναι αρκετα χοντροί ουτως
ώστε να μην σπάνε με την πρωτη αλλά και
διάφανοι για να μην γίνοντε αντιληπτοί
από τον οποιοδήποτε. Έπρεπε να είναι
αραιοί μεν αλλά σε στρατηγικά σημεια
δε. Ήθελαν συνέχεια δουλεια μιας και οι
εξωτερικές συνθήκες τον στεγνωναν και
αυτό τον αποδυνάμωνε. Ήθελε συνεχεια
ενίσχυση και εμβάπτινση από το κολλώδες
υγρό της. Δεν ήθελε να το στερήτε επι
ματαίο. Της ήταν ζωογόνο και αναγκαίο
αλλά αυτή η δουλεια έπρεπε να γίνει.
Όταν ξαιρένονταν ο ιστος εσπαζε εύκολα
και χωρίς κόλλα τα θύματα μπορούσαν με
λιγοστή προσπάθεια να ξεφύγουν. Αυτό
ήταν μια πολυτέλεια που δεν είχε. Οι
εξωτερικοί ιστοι ήταν ο λόγος που σε
λίγο θα έτρωγε. Και οι ζημιές ας είναι
πολλές. Αξιζε.
Άξιζε γιατι
τώρα πια διαφαίνονταν ένα μεγάλο πλάσμα
που ναι
μεν ήταν κοκαλιάρικο και σκληρό αλλά
μεσα από τον φαινομενικά αδιασπαστο
θωρακά του είχε πολύ θρεπτική αξία και
ήξερε πώς να του την πάρει. Το έβλεπε
μεσα από το βαθος της σπηλιας της, όσο
η αταβίστικη διάθεση μέσα της εξύπτωνταν,
να παλευει και να κλυδωνίζεται ανεξέλεκτα
περιρρέον προς την παγίδα της. Είχε ήδη
πιαστει. Αυτό το έβλεπε κάλα. Ενιωσε την
απελπισία του όταν ακινηνητοποιήθηκε
προς στιγμή, αλλά δεν ένιωσε τύψη καμιά.
Περαν του γεγονότος ότι αυτό το αισθημα
δεν της ήταν εγγεγραμένο δεν μπορούσε
να σκεφτεί τιποτα άλλο από το ότι σε
λίγο θα τρεφονταν ξανα. Σε αυτό την
πήγαιναν όλοι της συνειρμοί και σε αυτό
είχε συγκεντρωθεί τωρα. Με μια συγκεντρωση
εκμαυλιστική, λάγνα, κοιταξε το αρθροποδο
που τωρα ήταν δικό της. Το κοίταξε για
ώρα. Γνώριζε ότι δεν πάει πια πουθενα,
ότι ήταν στο χερι της η ζωή του από δω
και πέρα χωρίς αυτό να μπορέι να αποτρεψει
τα σχεδια της που καλοζυγισμένα όντας
, τωρα θα της έδιναν κι άλλη λίγη ακόμα
ζωή. Τύψη δεν υπήρχε καμιά. μονο απεριόριστη
ικανοποίηση που ολος ο κόπος και η
υπομονή της επιτέλους ανταμείβεται.
Περιμενε. Ζυγιζε. Ενιωθε την ευχαρίστηση.
η πεινα της μπορούσε να περιμένει μπροστά
στο συναισθημα της νίκης. Αξιζε. Κάθε
φορά αξιζει.
Όταν κινήθηκε
κινήθηκε γρήγορα. δεν υπήρχε βιάση μεν
αλλά το ένστικτό της που ενεργοποιούνταν
όταν επιτιθονταν της φώναζε για ταχύτητα
και αποδοτικότητα. Για ουσιαστικές και
όχι ασκοπες κινήσεις. Την προσταζε
επιτακτικά και εκκωφαντικά. ΧΤΥΠΑ
ΑΚΑΡΙΑΙΑ!!!. Πρόλαβε μια εξαιρετικά
δυνατή δαγκωματιά στο σημείο που ενώνεται
το κεφάλι με τον θώρακα του μυρμυγκιου.
Αυτή ηταν και η θανασιμη. Το θύμα, παρόλη
την γενναια προσπαθεια που επέδειξε
στην δευτερη επιθεσή της δεν καταφερε
παρα να γρατζουνισει μια κλειδωσή της.
Ο πόνος και το κουσούρι θα παραμείνουν
για πολύ καιρό μετά και ποτε δεν θα
ξεχάσει τό το μαχητή που της κατάφερε
τέτοια μονιμη ζημιά. Οι δουλειες θα
είναι πάντα λιγο πιο δύσκολες από δω
και πέρα και όταν πολύ μετά πεθαινει,
γρια και ανημπορη, θα κοιτάξει το ξεραμένο
πόδι της που πρώτο αυτό παρέλυσε και θα
νοσταλγήσει την κραταιή νιότη της που
περιέλάμβανε εκδρομές προς το παράθυρο,
ευχαριστους ληθάργους και μάχες με
θαραλεα θηραματα όπως εκείνο το μυρμύγκι.
Ο τραυματισμός
τον ελουσε με ένα πόνο οξύ και οδυνηρό.
Πρώτα ήρθε το αψύ κάψιμο και σκεφτηκε
πως αυτές οι δαγκάνες δεν ήταν σαν τις
δικές του. Ένα καυτό υγρό ένιωσε να
κυλάει στο κορμί ένω το πολύτιμο δικό
του, εβλεπε να χύνεται από το λαιμό του
μαζί με την εναπομείνουσα δυναμή του.
Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τιποτα άλλο ή να
πονέσει παραπάνω μιας και έπρεπε να
ετοιμαστεί για την δευτερη επιθεση που
τώρα έρχονταν με ιλλιγιώδη ταχύτητα. Η
εντολή ήρθε σαν κατηγορία και ήταν λιτή,
ΑΜΥΝΣΟΥ και αυτός επιασε το μηνυμα. Δεν
υπάρχει σωτήρας εδώ, δεν υπάρχει μεσσίας,
οι δακάνες του είναι ο σωτήρας και ο
μεσσίας, επιτάσσονταν σε ένα ρόλο που
του επιφυλάσσει η ίδια του η φύση και
όλη του η δυναμη, η εξαιρετικά μεγάλη,
η παραλογη δύναμη που του χάρισε ο
δημιουργός του στοχευει σε ένα πλήγμα
του θύτη του που τώρα είναι σε απόσταση
αναπνοής. Την βλεπει σε όλο της το
φανταχτερό μεγαλείο, ένα πανεμορφα
τρομακτικό πλάσμα που ανοίγει τώρα τις
δαγκάνες του και μέσα το στόμα του
γεμίζει όλο το οτικό του πεδίο. Τον
χτυπάει στο κεφάλι μην γνωρίζοντας ότι
είναι ότι πιο συμπαγές έχει πάνω του.
Σχεδόν ατσάλινο, ξεροκέφαλο και τρωει
τα μούτρα της. Ετοιμάζεται για την τρίτη
επιθεση κάνοντας λίγο πίσω, όταν ο
ξεροκεφαλος συντονίζει όλη του την ορμή
στο να ξεμπλέψει τα δύο του μπροστινά
ποδια πράγμα που όταν συμβαίνει, για
μερικά κλασματα του δευτερολεπτου
νιωθει μια ελπίδα ζωης έτσι σχεδόν
ελεθερος που είναι μετα από ώρα. Ο εχθρός
έρχεται με αργή κίνηση, ίσως ζαλισμένος
από την προηγουμενη προσκρουση που ήταν
μάταια, και τώρα νιωθει τα νευρα που
συνδεουν τις δαγκάνες με τους σιαγόνες
να πονούν λίγο, ίσως επειδή δεν πρόλαβε
να δει ότι το θυμα έχει μισοελευθερωθεί
και τωρα έχει μεγαλύτερη εμβέλεια
κινήσεων. Αυτό δίνει στο μυρμυγκι χρόνο
να σκεφτεί, όχι πολύ, αλλά όσο αρκεί για
να καταφέρει κι αυτό με τη σειρά του μια
καιρια επιθετική κίνηση, που βρίσκει
προσφορο έδαφος στο στραβοπάτημα του
πλάσματος.
Πως μπόρεσε να
στραβοπατήσει στα ίδια της τα δυχτια ?
πως καταφερε μια ηλιθιοτητα αυτού του
μεγέθους θα το αναλογίζεται για πολύ
καιρό ακόμη, μιας και το μυρμυγκι δεν
άφησε αυτην την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη.
Όταν ήρθε σε τόσο κοντινό σημείο που οι
δαγκάνες τις με μια μικρή κίνηση θα
σκοτωναν επιτελους το θυμα αυτή και τα
μεγαλα της ποδια, αυτή, με τις κομψες
της αρθρώσεις θα πέσει σε μια τρυπα του
ιστού της, ίσως από κάποια αλλώτινή
αμέλεια ή τεμπελια, ισως από καποια
ζημιά που έκανε η χοντρή προηγούμενη
μύγα, και το πόδι της θα βρει αέρα
μετατοπίζοντας της σε άβολη θέση απέναντι
στο μυρμύγκι που τώρα συσσωρευει το
απόθεμα δυναμης και απελπισίας του
συστρεφοντας όλο του το κορμί προς την
εκτεθειμένη άρθρωση του αριστερού της
μπροστινού πόδιου. το δάγκωμα παρόλη
τη ακατάλληλη θεση του μυρμυγκιού ήταν
δυνατό και βαθύ. Όταν κλειδωσε τις
δαγκάνες του στο μαλακό μέρος της
αρθρωσης της φρόντισε να στρέψει με
μανία το κεφάλι του ουτως ώστε να
ξεριζώσει ζωτικά αγγεία που της δίνουν
την ευκαμψία που χρειάζεται για να
λειτουργει το πόδι της με μια κανονικότητα.
Της στερεί για πάντα αυτό το δικαίωμα.
Ο πόνος ήρθε μετα μιας και τώρα προείχε
η θανατωση του ξεροκέφαλου που ήρθε με
το τρίτο, επιτυχημένο χτυπημα, αυτή τη
φορά στο ίδιο σημειό με το πρωτο.
Η
ολική παράλυση ήταν το πρώτο που συνέβη
σε αυτά τα εναπειμέινοντα ονειρικά
λεπτα της ζωής του. Δεν αντιλήφθηκε το
χτύπημα, όυτε ένιωσε πόνο. Μόνο που δεν
μπορούσε να κουνηθεί και καταλαβε ότι
η ζωή εφευγε από μέσα του. Κανενα σημα
που ξεκινούσε από τον εγκεφαλό του δεν
έφτανε σε κανενα από τα μέλη του και το
μπροστινό δεξί πόδι του που τωρα πετάριζε
δεν ήταν επιθυμία του. Ήταν κατι που
είχαν αναλάβει τα νευρα του, οπου είχαν
τωρα πια ολοκληρωτικά εκφυλιστεί και
δεν έλεγαν να σταματήσουν να κινούν το
μπροστινό δεξίο πόδι του αλλοπροσαλα
και αυθαίρετα. Ήταν ένα θέαμα που μόνο
λύπηση μπορούσε να προκαλέσει. Μπορούσε
να δει τον εαυτό του κουλουριασμένο,
μπλεγμένο σε λευκές κλωστές, βουτηγμένο
στα υγρά του με το ένα του πόδι, να
συσπάται ανεξέλεγχτα. Ο θάνατος θα ήταν
ότι καλλίτερο μπορούσε να του συμβεί
αυτή την ώρα. Και δεν άργησε αυτό το
δώρο.
Η
νικήτρια, σίγουρη πια για την επικράτησή
της κινήθηκε με δέος αλλά αυτοκυριαρχία
προς το θύμα της. Το παρατήρησε για λίγο
μόνο όταν αποφάσισε να του κάνει τη χάρη
και να το βγάλει από αυτή την καταγέλαστη
θέση που δεν άρμοζε σε κανένα ζωντανό.
Η τιμή της αξιοπρέπειας δεν ήταν
εγγεγραμένη στο dna
της όπως φυσικά δεν ήταν και η λύπηση.
Η ευθυξία επίσης. Παρολαυτά το μυρμύγκι
έτσι όπως κειτονταν καταλάβαινε ότι
δεν ήταν σωστό, και έτσι με κινήσεις
κατανυκτικές όπως συντελειται μια
ιεροτελεστια, μια θυσία ή αποδοση τιμών
στον θανόνταν έκοψε με τις δαγκάνες τις
τους ιστούς που ήτνα μπλεγμένο και
ξεκίνησε να το σέρνει προς το εσωτερικό
μέχρι τα βάθη της φωλιάς της.
Ένα
σημείο του εγκεφάλου του μυρμυγκιού
που δεν ήταν ακόμη όλα τα κυταρρα του
νεκρά και παγωμένα είδε το σαρκίο του
να μεταφέρεται στο απόλυτο σκοτάδι.
Είδε το λιγοστό φως στην είσοδο της
σπηλαιας να σβήνει σιγά σιγά και αυτό,
με το κτήνος που το κουβαλάει να
κατηφορίζουν όλο και πιο βαθιά. Ολο και
πιο βαθιά. Σε μια ανείπωτη ησυχία που
έμοιαζε με γαληνη. Δεν ένιωθε φρίκη. Δεν
ένιωθε τίποτα. Το είναι του είχε απαλυνθεί
τόσο που η κενότητα αυτή τον γέμιζε με
σιγουριά. Σιγουριά για το τέλος που
εκπροσώπησε, για τη διαιώνιση που
συνέβαλλε, για το οτι η η ζωή του ήταν
μεγάλη, και είχε νόημα.
Όταν
η αράχνη βούτηξε την μουσούδα της στην
ανοιχτή πληγή στο λαιμό του και ξεκίνησε
να του ρουφάει την πνοη, η ψυχή του είχε
ήδη αρχίσει να φευγει. Να σκαρφαλώνει
σιγά σιγά από το απύθμενο βάθος και να
βλεπει το φως.. Να φτάνει στο παράθυρο
και να βγαίνει στη φύση. Στα μέρη του,
στα νερά του. Εκεί που ξέρει τι συμβαίνει
και γιατί. Εκεί που ξέρει τι θέλει και
πώς να το αποκτήσει. Η ψυχή του είχε ήδη
βρει έναν του είδους του, που τον οδήγησε
στους δικούς του. Κατεβηκε στο κελί του
και βρηκε τους άλλους. Μολις νύχτωσε
γλυκά και όλα τα χαρούμενα πλασματα του
σκοταδιού βγηκαν να χορέψουν την ανοιξη
κατεβηκε κάτω ο γέρος, και τους μάλωσε
σκληρά, μα φευγοντας τους άφησε από ένα
κοκκο γλυκόζης και ήταν ωραία και η ζωή
ήταν παράδεισος. Μετά ή ψυχή του απο
άυλη ιδέα μετουσιώθηκε σε ένα συμπαγές
μικροσκοπικό υποάτομο. Πετάρισε σαν
ένα μικρό κομματάκι του σύμπαντος και
έγινε ένα με την αιώνια σκόνη του χώρου
και του χρόνου. Έγινε αθάνατη.